Μελατονίνη και πόνος: Νέα μελέτη δείχνει οφέλη πέρα από τον ύπνο
Νέα μεγάλη ανάλυση δείχνει ότι η μελατονίνη ίσως προσφέρει μικρή αλλά υπολογίσιμη βοήθεια για τον χρόνιο πόνο.
Η μελατονίνη έχει συνδεθεί εδώ και χρόνια κυρίως με τον ύπνο. Πολλοί τη γνωρίζουν ως συμπλήρωμα που χρησιμοποιείται όταν κάποιος δυσκολεύεται να κοιμηθεί ή όταν προσπαθεί να προσαρμοστεί σε αλλαγές του βιολογικού του ρολογιού. Μια νέα μεγάλη επιστημονική ανάλυση, όμως, υποστηρίζει ότι η μελατονίνη θα μπορούσε να βοηθήσει και στη διαχείριση του μυοσκελετικού πόνου, δηλαδή πόνου που σχετίζεται με παθήσεις όπως οστεοαρθρίτιδα, οσφυαλγία, ινομυαλγία ή ακόμη και με την ανάρρωση μετά από χειρουργικές επεμβάσεις.
Ο μυοσκελετικός πόνος αποτελεί μία από τις πιο συχνές αιτίες δυσφορίας παγκοσμίως και επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους. Οι επιπτώσεις του δεν περιορίζονται μόνο στην καθημερινή λειτουργικότητα ή την κινητικότητα. Συχνά επηρεάζει και την ποιότητα του ύπνου, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο. Ο πόνος δυσκολεύει τον ύπνο, ενώ η έλλειψη καλού ύπνου μπορεί με τη σειρά της να αυξήσει την ευαισθησία του οργανισμού στον πόνο και να ενισχύσει φλεγμονώδεις διαδικασίες.
Τι έδειξαν 23 κλινικές μελέτες σε περισσότερους από 2.000 ανθρώπους
Για να διερευνήσουν αν η μελατονίνη μπορεί να σπάσει αυτόν τον κύκλο, οι επιστήμονες πραγματοποίησαν μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση, δηλαδή μια μελέτη που συγκεντρώνει και αξιολογεί τα αποτελέσματα πολλών επιμέρους ερευνών. Αναζήτησαν στοιχεία σε έξι μεγάλες επιστημονικές βάσεις δεδομένων και κατέληξαν σε 23 τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες με συνολικά 2.028 συμμετέχοντες. Εστίασαν σε δύο διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων, όπου η πρώτη περιλάμβανε άτομα με χρόνιο μυοσκελετικό πόνο, όπως ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα, πόνο στη μέση ή ινομυαλγία και η δεύτερη άτομα που είχαν υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις και βρίσκονταν στη φάση της ανάρρωσης. Οι ερευνητές συνέκριναν τη μελατονίνη είτε με εικονικό φάρμακο είτε με άλλα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του πόνου.
Τα αποτελέσματα εμφάνισαν μια πιο σύνθετη εικόνα από ό,τι ίσως θα περίμενε κανείς. Στην περίπτωση του χρόνιου μυοσκελετικού πόνου, η μελατονίνη φάνηκε να προσφέρει ένα μικρό αλλά υπαρκτό όφελος. Οι άνθρωποι που λάμβαναν την ουσία ανέφεραν μειωμένα επίπεδα πόνου και καλύτερη ποιότητα ύπνου σε σύγκριση με πολλές άλλες θεραπείες. Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι όταν εξέτασαν μόνο τις μελέτες υψηλότερης ποιότητας, η μελατονίνη παρουσίασε ακόμη πιο ξεκάθαρα θετικά αποτελέσματα σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος της αρχικής αβεβαιότητας πιθανόν να οφειλόταν στη διαφορετική ποιότητα των διαθέσιμων μελετών.
Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι υπάρχουν αρκετές πιθανές εξηγήσεις για τα αποτελέσματα. Η μελατονίνη δεν φαίνεται να δρα μόνο ως ορμόνη που ρυθμίζει τον ύπνο. Υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να επηρεάζει χημικά συστήματα του εγκεφάλου που σχετίζονται με την αντίληψη του πόνου, ενώ παράλληλα εμφανίζει αντιφλεγμονώδεις και αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Επίσης, η βελτίωση του ύπνου ίσως από μόνη της να συμβάλλει στη μείωση του πόνου.
Η σχέση πόνου και διάθεσης
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι ο καλός ύπνος συχνά συνδέεται με καλύτερη διάθεση, λιγότερο στρες και μεγαλύτερη προθυμία για φυσική δραστηριότητα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν έμμεσα την ένταση του πόνου. Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα ήταν ότι η μεγαλύτερη διάρκεια λήψης της μελατονίνης φαινόταν να σχετίζεται με καλύτερα αποτελέσματα στους ανθρώπους με χρόνιο πόνο. Αντίθετα, δεν διαπιστώθηκε ότι υψηλότερες δόσεις οδηγούσαν απαραίτητα σε καλύτερη ανακούφιση. Οι δόσεις που χρησιμοποιήθηκαν στις μελέτες κυμαίνονταν από 1 έως 10 χιλιοστόγραμμα ημερησίως.
Όσον αφορά την ασφάλεια, τα στοιχεία ήταν αρκετά καθησυχαστικά. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που καταγράφηκαν ήταν συνήθως ήπιες και προσωρινές. Οι πιο συχνές περιλάμβαναν ναυτία, ζάλη, πονοκέφαλο και υπνηλία. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το προφίλ ασφάλειας της μελατονίνης φαίνεται ευνοϊκό σε σύγκριση με ορισμένα αναλγητικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται σήμερα και τα οποία μπορεί να προκαλέσουν σοβαρότερες παρενέργειες ή ακόμη και εξάρτηση.
Οι προοπτικές της μελέτης
Το επόμενο βήμα, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι μεγαλύτερες και πιο αυστηρές κλινικές μελέτες που θα μπορέσουν να καθορίσουν με μεγαλύτερη βεβαιότητα ποια είναι η ιδανική δόση, πόσο πρέπει να διαρκεί η θεραπεία και ποιοι ασθενείς είναι πιθανότερο να ωφεληθούν περισσότερο.